Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Και νόμιζα πως ξέρω,πως είναι...


έξη μέρες πριν, συζητούσαμε, στο μπαλκόνι σου, πίνοντας εκείνο το μαγικό γαλλικό κρασί , τι φουστάνι θα φορούσα , απόψε στην πρεμιέρα .
Μου είπες : Οτιδήποτε εκτός από μαύρα !

Λυπάμαι , αλλά σήμερα , δεν αντέχω να φορέσω , οτιδήποτε άλλο, εκτός από μαύρα

Την ταινία σου, την ταινία μας, που μιλάει για την απώλεια , την αγάπησα ,
γιατί έχω θάψει στο χώμα , εκείνους που με μεγάλωσαν, εκείνους που με δίδαξαν, εκείνους που ήταν μικρότεροι από εμένα και όμως έφυγαν , με τρόπο αφύσικο και τραγικό , νωρίτερα από μένα .

Και νόμιζα πως ξέρω , πως είναι .

Έχω , θάψει στην καρδιά μου , εκείνον που αγάπησα και εκείνον που απώλεσα πριν καν τον αποχτήσω.
Και νόμιζα πως ξέρω , πως είναι .

Έπειτα ήρθε η φωτιά …
Και τώρα, βιώνω μια άλλη μορφή απώλειας, που δεν φανταζόμουν ότι υπήρχε, που με υπερβαίνει.

Γιατί η γενιά μου , δεν πέρασε πόλεμο.
Ότι , έχει δει στις ταινίες και στα δελτία ειδήσεων .

Με ρωτάνε, αν κάηκε το σπίτι μου και απαντώ ,στην αρχή όχι και μετά ναι.

Γιατί , ξέρεις, το σπίτι γλίτωσε αλλά κάηκε μαζί με όλα τα άλλα και ένα δάσος , που ήταν σπίτι μου , όλα τα καλοκαίρια της , ζωής μου.
Το δάσος του Καϊάφα.

Και τώρα δεν ξέρω, πώς και που , να θάψω ένα δάσος.

Ξέρω μόνο ότι δεν θα το αναπνεύσω ξανά, και δεν θα το μυρίσω, δεν θα το περπατήσω και δεν θα χαϊδέψω τους κορμούς του Πεύκων του ,που τα χάιδευα , όπως τα κορμιά των εραστών ,.

Δεν θα με ξανατσιμπήσουν οι πεσμένες πευκοβελόνες του και δεν θα στεφανώνει πια την αρχαία λίμνη του, που ημέρευε την ψυχή μου , τις άγριες μέρες.

Δεν θα με τυλίγει με την μαγική σιωπή του και δεν θα ξαναδώ την πανσέληνο του Αυγούστου , ξαπλωμένη μέσα του .Αυτή η τελευταία , ήταν κόκκινη ,σαν αν είχε καταπιεί αίμα , μου είπανε.

Δεν θα ξαναγράψω , καθισμένη στο αγαπημένο μου σημείο.

Με ρωτάς , γιατί δεν σβήνω τις φωτογραφίες από την κάρτα μνήμης της φωτογραφικής ,αφού είναι περασμένες στον σκληρό του p.c. και σου λέω , πάντα, κάτι μπορεί να συμβεί και να καταστραφούνε όλα .ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ .
Να που τώρα οι μόνες εικόνες , από τα πατρογονικά μου , που μου έχουν μείνει , είναι , όσες έχουν αποθηκευτεί στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου.

Πώς να κρατήσω ζωντανή την εικόνα από όλο αυτό το πράσινο, να μην μου το ξεθωριάσει ο χρόνος.
Το πράσινο, που ξεκινούσε από βαθύ Κυπαρισσί , περνούσε στο αχνό κίτρινο , στο αυθάδικο λαδί για να καταλήξει στο ασημί, των φύλλων της ελιάς ?


Είμαι μια εγωίστρια του Κερατά ,γιατί , εγώ ξέρεις , την φωτιά την πήρα προσωπικά Επιτέθηκε στους γονείς μου , στους φίλους μου , στα νεογέννητα παιδία τους, στους συγγενείς μου , στους γνωστούς μου ακόμα και στους εχθρούς μου.
Επιτέθηκε στην ατομική μου περιουσία , στην περιουσία όλων μας και έφτασε τελικά στην Ολυμπία να επιτεθεί στην μνήμη και την ιστορία ενός ολόκληρου λαού.
Ζήτησα βοήθεια από τον Θεό και ταυτόχρονα σκέφτηκα δεν υπάρχει .
Η φωτιά , έφτασε στον πύρινα της ύπαρξής μου.

Και έχω ενοχές που δεν ήμουν εκεί, να πολεμήσω, να υπερασπιστώ, να κάνω κάτι .

Εγώ ακόμα, δεν έκλαψα , δεν άρχισα τον θρήνο ,γιατί δεν ξέρω πως …

Μέχρι τώρα , την ανθρώπινη απώλεια , την βίωνα μόνη μου. Το προτιμούσα .

Τώρα ,όμως, χρειάστηκα και άλλους ανθρώπους και ειδικά τους φίλους μου.
Και ήταν όλοι εκεί!
Που , σημαίνει , ότι είχα και άλλα να μάθω ,από την απώλεια .
Όπως να αφήνω τους ανθρώπους , να με πλησιάζουν, λίγο. Καμιά φορά .
Και άλλοι πολλοί , έμαθαν κάτι, τις τελευταίες μέρες , από αυτήν την συλλογική απώλεια. Να βοηθούν τον διπλανό τους. Να κλαίνε για τον ξένο.
Όταν , θα μάθουμε, όλοι, κάτι , τότε ίσως θα απαλλαγούμε από την απώλεια .
Γιατί, θα έχουμε πάρει το μάθημά μας .

το μάθημα,, της απώλεια , για όσους υπηρετούν την τέχνη :

Μην δείχνεις την ασχήμια , όταν μπορείς να δείξεις την ομορφιά .
Αποτύπωσε την , με όποιο τρόπο μπορείς.
Γιατί δεν είναι δεδομένη .Διατήρησε την μνήμη της , διέδωσε την.
Όχι, για σένα , για αυτούς που έρχονται .
Να βρουν , ένα χάρτη να πορευτούν.
Εύχομαι , κάποια μέρα, να επιλέγουμε να μπαίνουμε όλοι ,στην ίδια αίθουσα , στην ίδια ομορφιά ,στην ίδια ζωή .

Υ.Σ : Έστειλα χρήματα και ρούχα , στους πληγέντες .Μαζί έστειλα και τα καινούργια παπούτσια , τα ψηλοτάκουνα, που είχα αγοράσει , για να αρέσω σε κάποιον που νόμιζα ότι θα ήταν απόψε εδώ .
Τα έχωσα στην μαύρη σακούλα, με την ετικέτα τους, ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ
Όποιος τα βρει, να χαμογελάσει λίγο .
Να οραματιστεί το ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ, που θα ξεπηδήσει , μέσα από τις στάχτες .

Ο ¨εκείνος¨ παρών ή απόντας , θα πρέπει να με δεχτεί με τα παλιά μου παπούτσια και τις καινούργιες μου θλίψεις .Αλλιώς , καθόλου.
evgenia