Τρίτη, 7 Αυγούστου 2007

ένα παιχνίδι γιά 4 της Σ.Ν.


ενα ενδιαφερον παιχνιδι για 4 που προτεινε η συγγραφεας Σοφια Νικολαιδου με αφορμη το σεναριο της ταινιας
Θα αρχίζω με μια φράση, που ίσως ακουστεί παράδοξη: Από τον 20ο αιώνα κι έπειτα, η αλλαγή που συντελέστηκε στο μυθιστόρημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο σινεμά. Ο γκρεμός που χωρίζει τα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα από τα αντίστοιχα του 20ου ή τα σύγχρονά μας μυθιστορήματα είναι ακριβώς αυτός: μεσολάβησε ο κινηματογράφος. Ποτέ μια πόρτα δε θα κλείνει πια με τον ίδιο τρόπο. Ποτέ μια περιγραφή δέντρου δε θα είναι ίδια. Μάθαμε το αφηγηματικό μοντάζ. Το βλέμμα μας έχει εκπαιδευτεί στο σινεμά. Διαβάζουμε, και ορισμένοι γράφουμε κιόλας, με τρόπο κινηματογραφικό.
Αυτός είναι ο λόγος της ισχυρής έλξης ανάμεσα σε συγγραφείς και κινηματογραφιστές. Υπάρχει βέβαια και ένας άχαρος, καθαρά βιοποριστικός λόγος. Η εικόνα έχει λεφτά. Πληρώνει, συνήθως, καλύτερα. Όμως η ακαταμάχητη έλξη των συγγραφέων προς τον κινηματογράφο –και των κινηματογραφιστών αντίστοιχα προς τους συγγραφείς- έχει να κάνει με μια ιδιότυπη και άκρως ωφελιμιστική μαθητεία: οι συγγραφείς μαθητεύουν στην εικόνα - και οι κινηματογραφιστές στο λόγο.
Η ιστορία έχει ως εξής: μια παραγωγός ραδιοφωνικής εκπομπής χάνει τον πατέρα της. Ξαφνικά. Δημιουργεί μια ιστοσελίδα, στην οποία οι ακροατές στέλνουν τις ιστορίες τους. Όλες τους ιστορίες απώλειας. Οι άνθρωποι που μοιράζονται τις προσωπικές τους ιστορίες συναντιούνται. Παίζουν το παιχνίδι της αφής. Συμφιλιώνονται με το παρελθόν. Συνεχίζουν τη ζωή τους.
Το σενάριο συναιρεί την ιστορία της ηρωίδας, της Ιουλίας, με τις ιστορίες και τις αφηγήσεις των ακροατών. Έτσι πλέκεται μια συλλογική αφήγηση αλλά και μια πολυπρόσωπη εικόνα, με θέμα την απώλεια. Όμως ας αφήσουμε την κριτική στους μασίφ κριτικούς κι ας παίξουμε ένα παιχνίδι. Ας υποθέσουμε ότι διαφορετικοί άνθρωποι πιάνουν στα χέρια τους το αφήγημα. Τι θα μας έλεγαν;


Νίκος Παυλόπουλος, επονομαζόμενος Nick the Pick, δεκαεξάχρονος λυκειόπαις σε ιδιωτικό σχολείο:
-Κοίτα, εγώ ελληνικά δε βλέπω στο σινεμά. Δε βλέπω με τίποτα. Βαριέμαι, σου λέω. Ελληνικά βλέπει η μαμά μου, κατάλαβες; Αλλά αυτό το βιβλίο είχε ωραίο εξώφυλλο. Το βρήκα στο σπίτι και το βούτηξα. Ε, άμα το έλεγα, θα άρχιζαν οι ερωτήσεις και το πρήξιμο. Στο εξώφυλλο είχε εκείνη την κοπέλα με δεμένα μάτια. Ύστερα πρόσεξα τους γυμνούς στο κάτω μέρος. Σ’το λέω, γιατί εγώ τα προσέχω αυτά, πάντα τα προσέχω, αλλά με τράβηξε η κοπέλα με τα μαύρα και τους είδα μετά. Είχε και φωτογραφίες στο τέλος και στίχους, δεν ήταν όλο λόγια βαρετό. Όχι δεν κατάλαβα και πολλά. Αλλά δεν έχει σημασία. Έκλεψα κάτι φράσεις και τις είπα στη Λίλα. Ποια είναι η Λίλα. Ε, μα είσαι βλάκας εσύ. Η Λίλα, ντε. Η πιο χάι γκόμενα στην τάξη. Δε με κοιτάει, με λέει νιάνιαρο. Αλλά εγώ τις πέταξα τις φράσεις του βιβλίου και τσίμπησε. Της άρεσαν, πολύ της άρεσαν. Φυσικά, της είπα ότι είναι δικές μου. Με κοίταξε με τις ματάρες, ζαλίστηκα. Το πίστεψε. Το Σάββατο έχουμε ραντεβού. Πως είπες τη λένε; Δώσε της χαιρετίσματα από τον Nick the pick. Πες της ότι γράφει γαμάτα. Γαμάτα, λέμε.

Νικήτας Μάτσης, πανεπιστημιακός, 52 χρονών:
-Εγώ δε διαβάζω βιβλία. Μόνο επιστημονικά, για τα paper. Δεν έχω χρόνο. Αυτό μου το χάρισε η Μαρία. Είπα ευχαριστώ και το έβαλα στην άκρη. Στο κομοδίνο, να το βλέπει, όταν έρχεται. Όλο ρωτούσε αν το διάβασα. Για χάρη της το έκανα, μη νομίζεις. Περίεργο βιβλίο. Το διάβασα ολόκληρο. Είχα σκοπό να πηδήξω σελίδες, ξέρεις, να κρατήσω μερικές φράσεις, για να τις πετάξω την κατάλληλη στιγμή και να νομίσει η Μαρία ότι ασχολήθηκα. Αλλά το διάβασα. Όλες τις φράσεις στη σειρά. Δεν ήταν γραμμένο γυναικεία, ξέρεις σιροπιαστά, με πολλές αισθηματολογίες και ανούσια λόγια. Είχε μια περίεργη γοητεία, μια τρυφερή σκληρότητα. Μετά σκέφτηκα ότι μου άρεσε που μου έκανε τέτοιο δώρο η Μαρία. Χίλιες φορές καλύτερα από τη γραβάτα της Τζένης και την καφετιέρα της Ζωής. Να ένα δώρο με προσωπικότητα. Όσο το σκέφτομαι, καλύτερα να πάω με τη Μαρία διακοπές στην Πάρο. Τουλάχιστον δε θα είναι βαρετά. Με σκοτώνει η πλήξη με τις γκόμενες.

Μάνος Τζήκας, σκηνοθέτης, 64 χρονών:
-Αυτή η μικρή έχει κάτι. Το είχα πει από την αρχή. Αλλά, βρε παιδί μου, δεν είναι δουλειά για γυναίκες. Μην το γράψεις αυτό, μεταξύ μας το λέω. Ξέρεις η δουλειά μας έχει πολλά λόγια. Λόγια του αέρα δηλαδή. Γι’ αυτό δε μου αρέσει να λέω πολλά. Και τους αλλάζω τα φώτα στα σενάρια. Ούτε που τους ρωτάω, σιγά μην τους ρωτήσω. Στο σινεμά αφεντικό είναι ο σκηνοθέτης. Όλοι οι άλλοι είναι δούλοι. Εργαλεία της δουλειάς. Ούτε κι αυτό να το γράψεις, έτσι; Α, για το σενάριο λέγαμε. Λοιπόν, αυτό το κορίτσι έχει κάτι. Εγώ δε γυρίζω τέτοια έργα, ξέρεις, σαν τα δικά της. Αλλά τα δικά της τα βλέπω. Έχουν μια δύναμη, μια εμμονή στο σώμα. Αυτό να το γράψεις. Κινηματογράφος χωρίς βλέμμα και χωρίς εμμονή δε γίνεται. Αυτή τα έχει και τα δυο. Κι αυτό να το γράψεις. Δικιά μου φωτογραφία θα έχεις στο δημοσίευμα;

Ιζόλδη Νικητιάδη, κριτικός κινηματογράφου, 43 χρονών:
-Ό,τι και να λένε στην ανάγκη μας έρχονται. Όλοι τους. Μας βρίζουν, όμως πάντα από πίσω. Εμείς τους βρίζουμε από μπροστά. Ναι, είδα που κυκλοφόρησε το σενάριο. Καλόγουστη έκδοση και πολύ ενδιαφέρον υλικό. Το θέμα, η δομή, ο τρόπος που δούλεψε. Όχι, δεν το έγραψα. Γιατί να το γράψω; Κρατάω κι εγώ τις ισορροπίες μου. Θα γράψω για την επόμενη. Δεν πρέπει να είσαι καλός μαζί τους, σηκώνουν κεφάλι. Μια στο καρφί και μια στο πέταλο, η καλύτερη τακτική. Να έχουν την ανάγκη σου. Καλλιτέχνες και φούμαρα. Εμείς τους φτιάχνουμε. Το ξέρουν και μας φοβούνται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: